Μεγαλωνοντας με δυο γλωσσες

photo license CC0
photo license CC0

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την ικανότητα να μάθουμε μια νέα γλώσσα. Για κάποιους η εκμάθηση είναι πιο εύκολη, αλλά όλοι μας μπορούμε να μάθουμε. Όσοι χρησιμοποιούν δύο γλώσσες με την ίδια ευχέρεια λέγονται δίγλωσσοι. Για τα παιδιά στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες η διγλωσσία είναι ένα από τα πολυτιμότερα δώρα που μπορούν να τους δώσουν οι γονείς και το περιβάλλον τους. 

Γιατί θέλουμε δίγλωσσα παιδιά;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μας οδηγούν σε μια τέτοια απόφαση. Δύο από τους λόγους που υπερισχύουν και είναι πιο συχνοί: 

- Οι γονείς είναι ομιλητές δύο διαφορετικών γλωσσών 

– Οι γονείς μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά ζουν σε μία χώρα όπου μιλιέται μια άλλη γλώσσα 

Η πρώτη περίπτωση απεικονίζει αυτό που ονομάζουμε δίγλωσση οικογένεια: τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας μπορεί να επιθυμούν να χρησιμοποιούν ο καθένας τη γλώσσα του όταν απευθύνονται στα παιδιά τους. Στη δεύτερη περίπτωση, οι γονείς μπορεί να επιθυμούν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους στο σπίτι, ενώ παράλληλα τα παιδιά αντιμετωπίζουν την ανάγκη της επικοινωνίας σε μια αλλόγλωσση κοινωνία, έξω από το σπίτι. 

Τα παιδιά δε μπερδεύονται όταν ακούν δύο διαφορετικές γλώσσες στο κοντινό περιβάλλον τους;
Η απάντηση είναι όχι. Τα παιδιά είναι ευαίσθητα στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μιλούνε οι γύρω τους. Ακόμη κι όταν ακούνε μόνο μια γλώσσα, μαθαίνουν γρήγορα να αντιλαμβάνονται τις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο μιλούνε οι άντρες από τις γυναίκες, τη διαφορά ανάμεσα στην ευγένεια και την αγένεια κλπ. Για τα παιδιά η διγλωσσία είναι απλά μια ακόμη τέτοια διαφοροποίηση για τον τρόπο με τον οποίο μιλούνε οι άνθρωποι!

Πριν από πενήντα χρόνια οι εκπαιδευτικοί (κυρίως στη Βόρεια Αμερική) συνήθιζαν να προτρέπουν τους γονείς των μεταναστών να μιλούν στα παιδιά τους στα αγγλικά για να τα βοηθήσουν να ενταχθούν καλύτερα στο σχολείο. Μάλιστα, μερικά πορίσματα από έρευνες της εποχής οδηγούσαν συχνά σε αντικρουόμενα αποτελέσματα και συνοδεύονταν από την πεποίθηση ότι η διγλωσσία δυσκολεύει τα παιδιά.

Ωστόσο, νεότερες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι τα παραπάνω δεν είναι αληθή, όπως επίσης ότι η διγλωσσία όχι μόνο διευκολύνει τα παιδιά αλλά και τους παρέχει πολλά προτερήματα. Πέρα από το ότι τα δίγλωσσα παιδιά γνωρίζουν και μιλούν περισσότερες από μία γλώσσα, πρόκειται για άτομα με ευέλικτη σκέψη και πολλαπλές ικανότητες. Τα μειονεκτήματα που εντόπιζαν τα προηγούμενα χρόνια συνδέονταν κυρίως με οικονομικούς λόγους και συσχετίζονταν με τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης των μη-προνομιούχων μεταναστευτικών ομάδων.

Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές η διγλωσσία προκαλεί κάποια χρονική καθυστέρηση στην γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών σε σύγκριση με τα μονόγλωσσα. Είναι όμως απολύτως φυσιολογικό, απλά χρειάζονται λίγο περισσότερο χρόνο καθώς επεξεργάζονται και αναπτύσσουν δύο και όχι μία γλώσσα.

Τα δίγλωσσα παιδιά δε μπερδεύουν ποτέ τις γλώσσες που μιλάνε;
Όπως και οι ενήλικοι δίγλωσσοι έτσι και τα δίγλωσσα παιδιά χρησιμοποιούν συχνά λέξεις από τις διαφορετικές γλώσσες μέσα στην ίδια συζήτηση ή ακόμη και στην ίδια πρόταση. Αυτό ονομάζεται αλλαγή κωδίκων (code-switching). Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπερδεύονται σχετικά με το ποια γλώσσα χρησιμοποιούν συνειδητά εκείνη τη δεδομένη στιγμή! Τα δίγλωσσα παιδιά είναι, πάντως, ιδιαίτερα προσεκτικά όταν απευθύνονται σε μονόγλωσσους και περιορίζονται στη χρήση της μιας μόνο γλώσσας που καταλαβαίνει ο συνομιλητής τους.

Πώς μπορούμε να αρχίσουμε να μαθαίνουμε στα παιδιά μας δύο γλώσσες;
Το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να θυμόμαστε σαν γονείς είναι ότι ΔΕΝ διδάσκουμε τη γλώσσα στα παιδιά μας, όπως ακριβώς δεν τους «διδάσκουμε» να περπατάνε ή να γελάνε. Τα βασικότερα εφόδια που μπορούμε να τους προσφέρουμε για τη γλωσσική ανάπτυξη είναι πλήθος ευκαιριών έκθεσης σε λόγο και ενδυνάμωση της αίσθησης ανάγκης για επικοινωνία. Εάν τα παιδιά εκτίθενται σε ποικίλες καταστάσεις επικοινωνίας με πολλούς ανθρώπους από τη στιγμή που γεννιούνται και εάν αισθάνονται την ανάγκη να χρησιμοποιούν το λόγο (τη γλώσσα) για να διεπιδρούν με τον κόσμο γύρω τους, θα μάθουν καλά και τις δύο γλώσσες.

Τα παιδιά μαθαίνουν πραγματικά τις δύο γλώσσες όταν απλά εκτίθενται σε αυτές από τη γέννησή τους, ακούγοντάς τες, χωρίς κάποια άλλη πρόσθετη προσπάθεια;
Πολλοί ειδικοί προωθούν το μοντέλο ανατροφής «ένας γονέας – μία γλώσσα». Αυτό σημαίνει ότι η μαμά θα μιλάει μόνο στη γλώσσα της και ο μπαμπάς μόνο στη δική του γλώσσα. Έτσι, γίνεται μια καλή αρχή για τη δίγλωσση οικογένεια. Ωστόσο, ακόμη και το μοντέλο «ένας γονέας – μία γλώσσα» δεν είναι τέλειο…

Υπάρχουν προβλήματα με τη μέθοδο ανατροφής «ένας γονέας – μία γλώσσα»;
Ένα πιθανό πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί είναι η διασφάλιση της εξισορροπημένης έκθεσης στις δύο γλώσσες. Τα παιδιά πρέπει να ακούνε τις δύο γλώσσες στην ίδια ποσότητα και σε διαφορετικές περιστάσεις τόσο στη μία όσο και στην άλλη γλώσσα. Εάν, δηλαδή, δεν ακούνε πουθενά την λιγότερο ομιλούμενη γλώσσα, παρά μόνο από τον γονέα τους, δεν εκτίθενται αρκετά ώστε να την αναπτύξουν φυσικά. Μάλιστα, όταν η μία από τις δύο γλώσσες γίνει κοινά αποδεκτή από τους γονείς ως η «σημαντική γλώσσα», τα παιδιά αναθεωρούν κι αυτά και παύουν να χρησιμοποιούν τη «λιγότερο σημαντική» γλώσσα.

Για την αποφυγή τέτοιων περιπτώσεων είναι απαραίτητο να βρεθούν και άλλες ευκαιρίες για έκθεση στη «λιγότερο σημαντική» γλώσσα και να δημιουργούνται συνθήκες τέτοιες που να ενδυναμώνουν την αναγκαιότητα χρήσης της. Οι μονόγλωσσοι παπούδες (παππούς, γιαγιά) είναι αυτοί κυρίως που μπορούν να σας βοηθήσουν! Μια άλλη καλή ιδέα θα ήταν να αναθέσετε τη φύλαξη των παιδιών σε κάποιον συγγενή ή κάποια τροφό (babysitter) που μιλάει μόνο την «άλλη» γλώσσα. Εξάλλου, είναι καλή ευκαιρία να έχετε παιχνίδια, ταινίες, τραγούδια και παραμύθια στην άλλη γλώσσα. Όλα αυτά μπορεί να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τα πιο σημαντικά όμως είναι τα μέσα που στοχεύουν στη διάδραση ανάμεσα στο παιδί και τον ‘άλλο’, στην ανταλλαγή απόψεων, στο διάλογο με άλλους ανθρώπους. Δεν είναι λύση να αφήνουμε τα παιδιά μπροστά σε μια τηλεόραση που μιλάει!

Ένα άλλο πρόβλημα είναι να διατηρήσουμε τη μάθηση και των δύο γλωσσών σε φυσικό πλαίσιο. Εάν τα παιδιά διαισθανθούν ότι τα πιέζουμε να κάνουν κάτι που δεν είναι το συνηθισμένο ή απόλυτα φυσιολογικό, το πιο πιθανό είναι να αντιδράσουν αρνητικά. 

Ένα άλλο πρόβλημα είναι o αποκλεισμός / απομόνωση. Εάν για παράδειγμα ο ένας γονέας δε μιλάει καθόλου τη γλώσσα του άλλου τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι όταν μιλάνε στη μία γλώσσα με τη μητέρα τους απομονώνονται και αποκλείουν τον πατέρα από τη συζήτηση ή το αντίστροφο. Αυτό μπορεί να κάνει μερικά παιδιά να μη θέλουν να μιλήσουν τη γλώσσα του γονέα όταν ο άλλος είναι παρών. Για το λόγο αυτό, εάν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε το μοντέλο «ένας γονέας – μία γλώσσα», πρέπει και οι δύο γονείς να γνωρίζουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου, έστω και στοιχειωδώς, ώστε τα παιδιά να αισθάνονται εξίσου άνετα να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από αυτές, χωρίς να αισθάνονται ότι απορρίπτουν κάποιον από τους γονείς τους.

Τι γίνεται όταν έρχεται ένα νέο μωρό στην οικογένεια;
Η άφιξη ενός νέου παιδιού μπορεί να αναστατώσει τη γλωσσική ισορροπία στο δίγλωσσο σπίτι. Συχνά, το δεύτερο παιδί είναι λιγότερο ισορροπημένο από το πρώτο. Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως παρατηρείται, το πρωτότοκο παιδί απευθύνεται στο μικρότερο χρησιμοποιώντας την πιο «σημαντική» (ισχυρή) γλώσσα: έτσι, αυξάνεται η έκθεση του μικρότερου παιδιού στη μία γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η αίσθηση ανάγκης χρήσης της ‘άλλης’ γλώσσας με σκοπό την επικοινωνία. Είναι σημαντικό να αποφασίσετε τι θέλετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, πριν ακόμη γεννηθεί το δεύτερο παιδί. Βρείτε μια στρατηγική που ταιριάζει στη δική σας περίπτωση! Επίσης, θα άξιζε τον κόπο να προσπαθήσετε να καθοδηγήσετε το μεγαλύτερο ή τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας ώστε να μιλούν στο νέο μέλος χρησιμοποιώντας τη «λιγότερο σημαντική» γλώσσα.

Τα παιδιά μου μιλούσαν πολύ καλά τις δύο γλώσσες που μιλάμε στο σπίτι, αλλά αφού άρχισαν το σχολείο τα πράγματα άλλαξαν. Τι μπορώ να κάνω;
Ηρεμήστε. Η ταυτόχρονη χρήση (ή αλλιώς το «μπέρδεμα») των δύο γλωσσών συμβαίνει παντού όπου χρησιμοποιούνται δύο γλώσσες. Δεν σημαίνει ότι τα παιδιά θα ξεχάσουν τη μία γλώσσα, ούτε ότι δε θα μπορούν να διακρίνουν τις γλώσσες μεταξύ τους. Αντιθέτως, εάν τα πιέσετε να μη χρησιμοποιούν μόνο τη γλώσσα του σχολείου, μπορεί να προκαλέσετε αντιδράσεις και αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τη γλώσσα του περιβάλλοντος όσο και για τη γλώσσα της οικογένειας. Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να δημιουργείτε φυσικές καταστάσεις ώστε τα παιδιά θα χρησιμοποιούν τη γλώσσα της οικογένειας γιατί τη χρειάζονται πραγματικά για να επικοινωνήσουν, για παράδειγμα με τους παππούδες ή άλλους συγγενείς.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από τον ιστότοπο «Με δύο γλώσσες» που διευθύνει ομάδα ερευνητών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης σε θέματα γλωσσικής ανάπτυξης και διγλωσσίας σε πληθυσμούς παιδιών και ενηλίκων.

1 Comment

  • Ο/Η Matina λέει:

    Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες, ειδικά για το πως οι δύο γονείς πρέπει να μιλούν ο ένας τη γλώσσα του άλλου έστω στοιχειωδώς για να μην αισθάνεται το παιδί ότι χρησιμοποιώντας μία από τις δύο γλώσσες αποκλείει έναν από τους δύο γονείς από την επικοινωνία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλεκτρονική διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Σχόλια ρατσιστικού και υβριστικού περιεχομένου αποκλείονται από τη δημοσίευση. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


Notice: Undefined index: comment_notes_after in /var/www/vhosts/pragmwn.gr/pyxida/wp-includes/comment-template.php on line 2231